Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

ΔΙΑΣΠΑΡΤΑ ΕΚΛΟΓΙΚΑ

-Ήρθαν πάλι οι εκλογές. Δεν θα σας πω τι να ψηφίσετε, αλλά μπορώ αν θέλετε να σας πω τι να μην ψηφίσετε. Ούτως ή άλλως, του κεφαλιού σας θα κάνετε πάλι.

-Με έχουν τρελάνει στα τηλέφωνα και τις προσκλήσεις οι υποψήφιοι βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων. Τόση αγάπη δεν την αντέχω. Ευτυχώς που εδώ έχουμε μονοεδρική. Αλλιώς θα είχα αλλάξει αριθμό.

-Πως γράφεται το ντημπέιτ; “D-bait”?




-Πολύ γέλιο θα πέσει στην τηλεμαχία των δύο. Ακόμα περισσότερο θα έπεφτε αν έκαναν αγώνες ποδηλάτου ή έστω ποδοσφαίρου. Υπάρχει και προηγούμενο βλέπετε.


-Ο Καρατζαφύρερ λέει, δε θα κατέβαινε στο ντημπέιτ. Φαίνεται δε θα είχε άλλη επιταγή να δώσει. Τελικά κάτι θα μάζεψε από τη γύρα.


-«Ψηφίστε μας ακόμα κι αν διαφωνείτε μαζί μας», δήλωσε η Παπαρήγα. Άσε ρε Αλέκα… Τι νομίζεις ότι κάνουν τόσον καιρό οι ψηφοφόροι σου;


-Τι; Άλλο πράμα ο ΣΥΝ κι άλλο ο ΣΥΡΙΖΑ; Δεν έπρεπε να μου το πείτε αυτό. Τώρα στενοχωρήθηκα.


-Όταν οι Οικολόγοι μιλάνε για «πράσινες θέσεις εργασίας», ελπίζω να μην εννοούν αυτούς που θα διορίσει το ΠΑΣΟΚ.


-Κάποιος πρέπει να πει στον Τσίμα ότι στα ντημπέιτ είναι από την πλευρά των δημοσιογράφων.


-Δε μου αρέσει ο Λιάτσος όταν κάνει σοβαρές ερωτήσεις. Δεν είναι ο εαυτός του βρε παιδί μου.


-Γιατί δεν κάνουμε πρωθυπουργό τον Σκορτσιανίτη; Οι Αμερικάνοι που έχουν μαύρο ηγέτη, εξυπνότεροι είναι; Άσε που ο Σοφοκλής έχει και ταλέντο στο καλάθι. Γιατί όχι και σ’αυτό της νοικοκυράς;





-Αν δεν αποκτήσουμε τελικά αυτοδύναμη κυβέρνηση, μήπως θα μπορούσαμε να έχουμε αυτοδύναμη αντιπολίτευση;


-Μεταξύ άλλων κατεβαίνουν στις εκλογές κόμματα με ονόματα όπως «Παλαιά Δημοκρατία», «Πού είσαι Παπαδόπουλε;», «Χαρίζω οικόπεδα, χαρίζω χρέη, ΠΑΕΚΕ» και «Καπνιστικές Ομάδες για την Τέχνη και την Εικαστική Συγκρότηση- Κ.Ο.Τ.Ε.Σ.».

Μέχρι εδώ. Η πραγματικότητα υπερβαίνει το ισχνό χιούμορ μου.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ (Παρ(τ)ρίτο)

ΙΑ) ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ
Αννίβας λέγεται ο ήρωας τούτου του βιβλίου. Αννίβας και ο συγγραφέας. Μερικές φορές, Αννίβας και ο αναγνώστης. Δεν μπορώ να σας πω περισσότερα για το δημιουργό αφού ο ίδιος προτίμησε τη φιλολογική ανωνυμία του ψευδώνυμου Αννίβας Αννίβα Αρνέλλος, το οποίο, δε σας κρύβω, αντιστάθηκε σε όλες τις προσπάθειες αναγραμματισμού στις οποίες με ώθησε η περιέργειά μου.
Το μυθιστόρημα μιλάει για έναν μαχητικό έρωτα ανάμεσα στον ήρωα που είναι βαμπίρ και άρα αθάνατος και την Ελίζα, μια γυναίκα που ξέρει να παίζει το παιχνίδι. Και ποιο είναι αυτό το ερωτικό παιχνίδι; Μα η «Αθάνατη Παρτίδα»! Ναι, εκείνη που έπαιξαν ο Άντερσεν με τον Κιζερίτσκυ, οι κινήσεις της οποίας εμπνέουν τις συγγραφικές μανούβρες. Κάθε κίνηση της παρτίδας αντιστοιχεί σε ένα σύντομο κεφάλαιο που καταγράφει κάποιους παραλληλισμούς.
Η γραφή χρησιμοποιεί μια πληθώρα ρητών, τσιτάτων, αφορισμών και ακόμα ακέριων παραγράφων από γνωστά χείλη (φιλοσόφων, συγγραφέων, ποιητών, σκακιστών), η προέλευση των οποίων βέβαια δεν αποκρύβεται. Έτσι φανερώνεται και η γενικότερη κουλτούρα του συγγραφέα που δηλώνει «δικηγόρος και σκακιστής». Αυτό που δεν μπορεί να αποφύγει όμως το μυθιστόρημα είναι ο άκρατος βερμπαλισμός και ένα είδος λογοτεχνικής επιδειξιομανίας που το κάνουν δύσβατο ακόμα και στον Καλοπροαίρετο αναγνώστη.



Δείτε ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο 3)…Βθ4+ :
«Η Ελίζα πάντα ταξίδευε νύχτα στο αρχιπέλαγος της ζωής της. Αδιαφορούσε που τα νυχτερινά καράβια θαλασσοπορούν αργά. Στο ταξίδι της ζωής προτιμούσε τη μουσικότητα της νύχτας από την πλαστικότητα της μέρας, τη φαντασμαγορία από το θέλγητρο, τους ρεμβασμούς από την πραγματικότητα. Υπήρχε μια μεγάλη γαλήνη μαρασμού (μήπως ήταν η καρδιά της;) που το φως της μέρας την εμπόδιζε να είναι πένθιμη, αλλά η Ελίζα την ήθελε πένθιμη (μήπως ήταν η ψυχή της;)»
Στο τέλος της παρτίδας βέβαια δεν κερδίζει απαραίτητα ο νεκροζώντανος λευκός, κι ας κάνει ματ με θυσία ντάμας. Κερδίζει μέσα από την ήττα της η ρομαντική Ελίζα. Ίσως και η ρομαντική παρτίδα που ξαναγράφεται σε κάθε έρωτα. Έτσι δεν είναι αγαπητέ Αννίβα;
Βαθμολογία: 6,5

ΙΒ) ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ
Ο Χρήστος Κεφαλής δεν είναι άγνωστος στους φίλους του περιοδικού, φαντάζομαι ούτε και το συγγραφικό του έργο. Το «Σκάκι και Κουλτούρα» αποτέλεσε μια πρωτότυπη προσπάθεια για τα ελληνικά δεδομένα, ώστε το σκάκι να δείξει τις απειροστές του προεκτάσεις εκτός των 64 τετραγώνων και γι’ αυτό το λόγο και μόνο μπορεί να χαρακτηριστεί αξιέπαινη.
Το βιβλίο είναι μια μελέτη του συσχετισμού του παιχνιδιού με τη φιλοσοφία και δη τη διαλεκτική, τη φυσική, την τέχνη και την αισθητική. Στο μεγαλύτερο μέρος του ο συγγραφέας έχει κάνει καλή δουλειά, κάνοντας το σύγγραμμα ενδιαφέρον και για κάποιον μη σκακιστή, αφού φαίνεται να κατέχει άριστα την προβληματική της διαλεκτικής, όσο φυσικά και τις…αρχές της κβαντομηχανικής. Επιμέρους διαφωνίες που έχω δεν θα τις καταθέσω εδώ, εκτός ίσως από το γεγονός ότι θα προτιμούσα ένα πιο ανάλαφρο στυλ γραφής που θα έκανε το κείμενο λιγότερο «επιστημονικό» και περισσότερο φιλικό.
Φυσικά ένας τόμος δεν μπορεί να καλύψει έτσι απλά όλη τη γκάμα των πραγμάτων με τα οποία μπορεί να συγκριθεί το σκάκι, πράγμα που κάνει το όλο εγχείρημα να μοιάζει ημιτελές. Στην ουσία είναι σκοπίμως επιλεκτικό. Αυτό που μου αρέσει σε τέτοια βιβλία είναι πως γίνονται σκαπανείς. Ανοίγουν δρόμους και σου κλείνουν το μάτι. Ιδού η οδός. Αν έχεις κάτι να μας πεις, συνέχισε.
Βαθμολογία: 7

ΙΓ) ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ
Κάτω από το μεγαλεπήβολο αυτό τίτλο (υπάρχουν και πιο βαρύγδουποι βέβαια, με τη λέξη «Βίβλος» μέσα!) συναντά κανείς την πρώτη προσπάθεια στην Ελλάδα να συγκεντρωθούν, να αξιολογηθούν, να καταγραφούν, να κατανεμηθούν και να προβληθούν εγκυκλοπαιδικά και όχι μόνο στοιχεία της σκακιστικής ιστορίας, ξένης και ελληνικής.

Και σε αυτό το βιβλίο του ο Χρήστος Κεφαλής παραθέτει αρκετό υλικό που αποτελεί χρήσιμη υποθήκη γνώσεων για τους σκακιστές. Βιογραφίες, γεγονότα, ανέκδοτα, χρονολογίες, αλλά και κανόνες για το σκάκι, κρίσιμες θέσεις, αναφορές στο καλλιτεχνικό σκάκι. Δε λείπουν φυσικά οι παρτίδες, τα διαγράμματα, οι στατιστικοί πίνακες, αλλά και τα πρόσωπα, αυτά σημαντικών σκακιστών αλλά και μη σκακιστών που τίμησαν το άθλημα λόγω, έργω ή διανοία. Βέβαια, κάποια από τα στοιχεία είναι παρμένα αυτούσια από το προαναφερθέν βιβλίο, αλλά έτσι συμβαίνει με τις εγκυκλοπαίδειες, ερανίζονται από παντού.
Συνοπτικά, μια σημαντική εργασία που θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για κάθε Έλληνα σκακιστή.
Βαθμολογία: 7,5
ΙΔ) MISCELLANY
Εκτός των προηγούμενων έχω σταχυολογήσει και κάποια ακόμα βιβλία που είτε δεν είχα την ευκαιρία (ή την τύχη) να διαβάσω είτε ανήκουν σε μια πιο ειδική κατηγορία και ως εκ τούτου δεν θα τα βαθμολογήσω. Τα στοιχεία που παραθέτω τα έχω λάβει από διάφορες πηγές, τις οποίες μπορώ να παρουσιάσω αν μου ζητηθεί. «Η Παρτίδα» του Α. Σχοινά είναι μια σύντομη νουβέλα όπου με χιούμορ ο συγγραφέας του περιγράφει τις ψυχολογικές του μεταπτώσεις πάνω σε μια παρτίδα που θεωρούσε κερδισμένη, μα δεν ήταν καθόλου τέτοια. Χρήσιμη περιγραφή για τους περισσότερους από μας τους καραμαζέττες.
Το «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν το σκάκι» είναι ένα ενδιαφέρον και διδακτικό παραμύθι που έγραψαν ο Κ. Γιουβαντσιούδης και η Ειρήνη Μουσιάδου με στόχο να μάθουν τα παιδιά σκάκι με διασκεδαστικό τρόπο. Κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο εισήχθησαν στο βιβλίο της Γλώσσας της Ε’ Δημοτικού. Διαβάστε το. Όσοι από σας δεν θα μάθετε ποτέ σκάκι, τουλάχιστον θα μάθετε ανάγνωση.

«Η Σκακίστρια» της Μπερτίνα Χένριχς αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα αυτού που θα ονομάζαμε γυναικεία λογοτεχνία. Αφορά στην ιστορία μιας γυναίκας που κάποια στιγμή στη ζωή της τη γοητεύει το σκάκι και τα ελληνικά νησιά. Όπως κάθε φυσιολογικό άνθρωπο πάει να πει. Η Ελένη, η ηρωίδα συγκρούεται με το περιβάλλον της και το σκάκι αποτελεί, όχι απλά διαφυγή μα συνοδοιπόρο της, κι ό,τι καταλάβατε -καταλάβατε. Περισσότερα δε λέω γιατί κάθε φορά που γράφω για γυναίκες σκακίστριες όλο και κάποιος με βρίζει.
Τέλος στο μυθιστόρημα «Το Χειρόγραφο της Πράγας» ο ήρωας, πρώην σκακιστής, πασχίζει να ξεσκεπάσει ένα μυστικό αιώνων, λύνοντας ένα σκακιστικό γρίφο που είναι κρυμμένος σε ιστορικά μνημεία της βοημικής πόλης. Το πρωτόλειο του υποφαινόμενου δεν μπορεί να βαθμολογηθεί από τον…υποφαινόμενο, έτσι δεν είναι;
Φυσικά βιβλία με σκακιστική θεματολογία δε θα σταματήσουν ποτέ να γράφονται, ελπίζω ούτε και να διαβάζονται. Άρα, επιφυλάσσομαι να ξαναγράψω για βιβλία και σκάκι.
Άκουσα «ωχ-ωχ!» από τη γαλαρία, ή μου φάνηκε;
BEL

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ (Μέρος Βου)

ΣΤ) ΟΚΤΩ

Το σκάκι του Μονγκλάν είναι το επίκεντρο της ιστορίας που έπλεξε η Κάθρην Νέβιλ για να εξασφαλίσει μια μόνιμη θέση στις παγκόσμιες λίστες των μπεστσέλερ βιβλίων. Δεν πρόκειται φυσικά για κάποιο σκακιστικό εγχειρίδιο, αλλά για μια γοητευτική ιστορία μιας σκακιέρας και των πολύτιμων κομματιών της που κάποτε ανήκαν στον Καρλομάγνο και που υποτίθεται πως υποκρύπτουν κάποιες μυστικές δυνάμεις. Δυνάμεις για τις οποίες πολλοί άνθρωποι μέσα στους αιώνες είναι έτοιμοι να πουν ψέματα, να ριψοκινδυνεύσουν, να πολεμήσουν, να προδώσουν ή να σκοτώσουν.

Μια από αυτούς είναι και η ηρωίδα Κατ Βέλις που αναγκάζεται να εμπλακεί σε ένα κυνηγητό γρίφων και χαμένων κομματιών. Η πλοκή είναι πυκνή και κάπως παρατραβηγμένη, μα αυτό αποτελεί κλασική συνταγή της αμερικανικής κουζίνας. Αυτό που ξαφνιάζει ευχάριστα είναι το λογοτεχνικό επίπεδο του μυθιστορήματος και η αληθοφάνεια στην εμπλοκή ιστορικών προσώπων, όπως του Ταλεϋράνδου, του Ροβεσπιέρου, του Ναπολέοντα , της Μεγάλης Αικατερίνης, ακόμα και του Φιλιντόρ.

Η συγγραφέας δεν αποφεύγει να μιλήσει για το σκάκι, ίσα-ίσα θα λέγαμε, πράγμα που δείχνει πως κάτι κουνάει κι η ίδια. Δυστυχώς, ο τελικός γρίφος, αυτός που δίνει και τον τίτλο του στο βιβλίο δεν είναι παρά ένα ανέμπνευστο «σκακιστικό» εφεύρημα, στο οποίο οδηγούμαστε μάλλον αυθαίρετα. Κι όσο για το μυστικό της σκακιέρας και των κομματιών της που αποκαλύπτεται στις τελευταίες σελίδες, τι να σας πω. Αισθάνθηκα σα να έψαχνα ένα σπινθηροβόλο «κλειδί» σε ένα πρόβλημα και η λύση ήταν ένα σαχ από τη ντάμα στο διπλανό τετράγωνο. Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο διαβάζεται απνευστί και ευχάριστα και πολλούς -σκακιστές ή μη- τους συνεπαίρνει. Όπως και να’ χει, ένα must.


Βαθμολογία: 7,5


Ζ) Η ΦΩΤΙΑ

Τελευταίας εσοδείας το μυθιστόρημα «Η Φωτιά», αποτελεί το σήκουελ του «Οκτώ», φαντάζομαι κάτω από την αφόρητη πίεση του εκδότη της Νέβιλ. Και η πίεση είναι κακό πράμα, όπως μπορεί να βεβαιώσει ακόμα και ο τελευταίος των σκακιστών (δηλαδή εγώ!).


Η Νέβιλ αυτή τη φορά μεταφέρει την ευθύνη της συνέχισης της περιπέτειας στην Ξι, κόρη της Κατ Βέλις και του γκρανμέτρ Σολάριν, ηρώων του προηγούμενου βιβλίου. Μια νέα πλειάδα ιστορικών προσώπων εμφανίζονται στο προσκήνιο, όπως η μητέρα του Μεγάλου Ναπολέοντα, ο Λόρδος Βύρωνας, ο Τζέφερσον, μέχρι και ο Αλή Πασάς! «Ήξερα ότι αυτό το φονικό παιχνίδι που παραμόνευε ακόμα εκεί, που συνέχιζε να μετράει το χρόνο, ήταν κάτι παραπάνω από ένα σμάρι πιόνια και κομμάτια σκακιού. Αυτό ήταν το παιχνίδι. Το τελευταίο παιχνίδι. Το παιχνίδι που είχε σκοτώσει τον πατέρα μου».




Η οδός που ακολουθείται είναι η πεπατημένη. Παράδοξοι γρίφοι, σκακιστικές πινελιές, αποκρυφιστικές αναφορές, μυστηριώδη πρόσωπα, κρυφό παρελθόν, αλληλεπικάλυψη ψεύδους και αλήθειας, όπου όλα συνδέονται με όλα και όλοι με όλους! Αν αυτό μπορούσε να γίνει με έναν πειστικό και αληθοφανή τρόπο, θα ήταν καλά. Το πρόβλημα είναι πως το σενάριο μπερδεύεται υπερβολικά στην προσπάθεια να μπουν τα κομμάτια του παζλ στη θέση τους. Τόσο που μια πληθώρα πραγματολογικών στοιχείων είτε απομένουν ανεκμετάλλευτα και εκκρεμή, είτε συνωστίζονται σε μια θολή όσο και γκροτέσκ αυλαία.


Σε όσους άρεσε το «Οκτώ» ίσως να αρέσει και τούτο το πόνημα της Νέβιλ. Αυτό όμως είναι κάτι στο οποίο δε θα πόνταρα ούτε το θήτα πιόνι μου!

Βαθμολογία: 6



Η) ΤΟ ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΟ ΑΥΤΟΜΑΤΟ

Το «Σκακιστικό Αυτόματο» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Λερ και αναφέρεται στο επίτευγμα του μηχανικού Βόλφγκανγκ φον Κέμπελεν να εμφανίσει στους αριστοκρατικούς κύκλους της Αυστροουγγαρίας ένα αυτόματο με τη μορφή ενός Τούρκου, το οποίο ήταν ικανό να παίζει σκάκι! Ήταν στην ουσία ένα αξιοθαύμαστο ρομπότ, κάτι πρωτόφαντο για τον 18ο αιώνα.

Βέβαια, αυτή η απάτη δεν ξαφνιάζει τους σκακιστές, αφού γνωρίζουμε καλά πως ο φον Κέμπελεν χρησιμοποιούσε ένα έξυπνο σύστημα γραναζιών και αξόνων τα οποία κινούσε από το εσωτερικό του μηχανήματος ένας νάνος-σκακιστής! Ούτε όμως ο συγγραφέας ποντάρει σε αυτό το ξάφνιασμα. Αντίθετα, εστιάζει το βλέμμα του στον αφανή ήρωα, τον αγαθό νάνο Τιμπόρ, ο οποίος γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον αριβίστα και άσπλαχνο Κέμπελεν.



Ο τελευταίος περιφέρει το μηχάνημά του και δίνει παραστάσεις κερδίζοντας φήμη και χρήματα και ο Τιμπόρ χορεύει στο ρυθμό του αφεντικού του. Είναι αναγκασμένος να κρύβεται για να μην προδώσει το μυστικό του Κέμπελεν, να στέκει πάντα έγκλειστος, στο σκοτάδι, στην αφάνεια. Όμως ο νάνος δεν αποτελεί ένα ακόμα εξάρτημα στο θαυμαστό «αυτόματο». Είναι άνθρωπος με σάρκα και οστά, με επιθυμίες και ανάγκες, αδικημένος στο δέμας, μα χαρισματικός στο νου -και όχι μόνο! Έτσι, κάποια στιγμή επαναστατεί και αποζητά ελευθερίες. Τα πράγματα όμως θα περιπλεχθούν όταν ένα πτώμα θα βρεθεί στο δωμάτιο που έμενε φυλαγμένος ο «Τούρκος». Και θα γίνουν ακόμα δραματικότερα όταν ο νάνος Τιμπόρ θα ερωτευτεί.

Όπως μπορείτε να φανταστείτε, μια ακόμα λαμπρή σκακιστική καριέρα χαραμίστηκε άδικα. Έκτοτε βέβαια τον φον Κέμπελεν πολλοί λοιδώρησαν, μα ακόμα περισσότεροι έσπευσαν να μιμηθούν το παράδειγμά του. Κι έτσι φτάσαμε σήμερα όχι μόνο να μην μπορούμε να σταυρώσουμε έναν πόντο από τον Φριτζ και τη Ρύμπκα, αλλά να μην μπορούμε να βρούμε και που έχουν κρυμμένο το νάνο.

Βαθμολογία: 7


Θ) Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΤΟΥ ΣΚΑΚΙΟΥ

Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν υπηρετεί την λογοτεχνική γραφή, μα περισσότερο τη δοκιμιακή ή αυτή της πραγματείας. Κι αυτό γιατί η Μαίριλυν Γιάλομ (σύζυγος του Ίρβιν, πασίγνωστου στο ελληνικό κοινό, ψυχολόγου και συγγραφέα) γράφει συνήθως ακαδημαϊκές μελέτες και μάλιστα για το γυναικείο φύλο. Εντούτοις, δεν πρόκειται για μια δυσνόητη ακαδημαϊκή διατριβή, αφού η Γιάλομ, όπως ακριβώς και ο σύζυγός της, φροντίζει να εκλαϊκεύει αυτό που θέλει να πει.




Στη «Γέννηση της Βασίλισσας του Σκακιού» η συγγραφέας ξεκινάει μια έρευνα για το πότε εμφανίστηκε η φιγούρα της βασίλισσας στο ευρωπαϊκό σκάκι, και τι ακριβώς σηματοδοτούσε αυτό. Ο κεντρικός άξονας της συλλογιστικής της έγκειται στον ισχυρισμό πως η αντικατάσταση του αραβικού βεζύρη από την ντάμα έγινε τον Μέσο Μεσαίωνα, όταν δυναμικές γυναίκες τον επέβαλαν στο συμβολισμό του αριστοκρατικού παιχνιδιού, για να καταδειχθεί έτσι ο ολοένα και πιο σημαντικός ρόλος της γυναικείας παρουσίας στις ευρωπαϊκές βασιλικές Αυλές.




Για να στηρίξει τη θεωρία της αυτή η συγγραφέας κινείται με τρόπο επιστημονικό. Συλλέγει προσεκτικά τις πηγές της, κάνει αυτοψία όπου αυτό είναι δυνατόν, διασταυρώνει τα στοιχεία της, αντλεί πληροφορίες από ειδικούς και στοχάζεται τις φόρμουλες μέσα στις οποίες θα ενσωματώσει την εξηγητική της. Μέχρι εδώ καλά. Μια επιφανειακή ανάγνωση ίσως και να εντυπωσιάσει. Μια δεύτερη ματιά όμως πείθει για τα κενά. Το πρώτο από αυτά είναι η έλλειψη επαρκών ιστορικών στοιχείων, κάτι για το οποίο δεν ευθύνεται βέβαια η Γιάλομ. Το δεύτερο είναι η κατάχρηση δευτερογενών πηγών (το θεμελιώδες έργο του Μάρεϋ, το έχει ξεκοκαλίσει!) καθώς και πολλών ιστορικών και σκακιστικών ανεκδότων που περισσότερο διανθίζουν και κάνουν γοητευτική την ιστορία της, παρά την αποδεικνύουν. Το τρίτο και σημαντικότερο είναι πως η επιλογή των γυναικών (πριγκιπισσών, βασιλισσών, βασιλομητόρων) που χρησιμοποιεί δεν πείθει. Για παράδειγμα, θεωρώ πως έχετε ακούσει για την Ελεονόρα της Ακουιτανίας, μα πόσοι από σας ξέρατε την Δόνια Ουρράκα (Ισπανίδα του 11ου αιώνα) ή θυμόσαστε τη Θεοφανώ, ανιψιά του Τσιμισκή και γυναίκα του Όθωνα του Β’ το 970 μ.Χ.; Και πόσο σημαντικές γυναίκες ήταν αυτές για την εποχή τους, ώστε η φυσική τους παρουσία και η πολιτική τους επιρροή να αναδιαμορφώσει τις σκακιστικές φιγούρες;

Φοβάμαι πως οι "αποδείξεις" της Γιάλομ έχουν ένα ad hoc άγγιγμα, για να το θέσω κομψά. Στην προσπάθειά της να ενδυναμώσει τη φεμινιστική της ρητορική (πράγμα εξάλλου που είναι και το επάγγελμά της, αφού διευθύνει τις «Σπουδές για τις Γυναίκες και το Φύλο» στο Στάμφορντ), ανακαλύπτει εκ των υστέρων κάποιες γυναικείες μορφές και τις συνδέει, μάλλον χαλαρά και συχνά αστήριχτα, με τις αλλαγές στις μορφές και στους κανόνες στη σκακιέρα, μέσα στο χρόνο.

Ας πω όμως και έναν καλό λόγο. Το βιβλίο έχει ωραίες εικόνες. Ας πω κι άλλον έναν. Έχει κι ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο με τίτλο «Σκάκι, σεξ και αιμομιξία»!

Βαθμολογία: 6,5


Ι) Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

Έχοντας αναρτήσει στο ιστολόγιο μου τη φράση «Η ζωή είναι μια παρτίδα σκάκι (…)» από τον Αύγουστο του 2007, σκέφτηκα πως ο Κασπάροβ…με αντέγραψε! Μετά είδα πως το βιβλίο «Η ζωή είναι μια παρτίδα σκάκι» γράφτηκε το 2005, οπότε μάλλον έπρεπε να αλλάξω τη φράση για να μη με κατηγορήσουν για λογοκλοπή! Τελικά διαπίστωσα πως ο αγγλικός τίτλος ήταν «How Life Imitates Chess», άρα αθώος κι ο Γκάρι κι εγώ.


Όταν γράφει για το σκάκι ένας σκακιστής το κείμενό του έχει πάντα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τον σκακιστή. Από τότε που ο Γκάρι Κασπάροβ σταμάτησε το σκάκι, χάσαμε τον καλύτερο παίκτη μα τουλάχιστον βρήκαμε ένα συγγραφέα και ο Πούτιν βρήκε ένα μπελά, αφού ο πρώην Παγκόσμιος Πρωταθλητής έπεσε με τα μούτρα στην πολιτική.

Στο βιβλίο αυτό ο Κασπάροβ προσπαθεί να καταδείξει πως σημαντικές σκακιστικές έννοιες (όπως υλικό, χρόνος, στρατηγική, τακτική, μέτρημα, ταλέντο, καινοτομία, κρίση, διαίσθηση) μπορούν να αποκτήσουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα στην καθημερινή μας εμπειρία και να αποκαλύψει τους τρόπους με τους οποίους ο ίδιος αλλά και άλλοι σημαντικοί σκακιστές έμαθαν να χειρίζονται καταστάσεις στη ζωή τους, μέσα από το σκάκι κι όχι το αντίθετο. Αυτή η αντιστροφή της φυσιολογικής θεώρησης των πραγμάτων θα έπρεπε να μας ξενίζει αν δεν είχαμε να κάνουμε με τον κατεξοχήν «σκακιστάνθρωπο» (κατά το θεατράνθρωπο)!


Ασφαλώς για μας τους σκακιστές οι αφηγήσεις και οι προσεγγίσεις του Κασπάροβ έχουν μια άλλη βαρύτητα. Πολύ σημαντικό θεωρώ το κεφάλαιο που παρουσιάζει τη μονομαχία του με τον Κάρποβ, τόσο σε αγωνιστικό, όσο και σε ψυχολογικό και εξωσκακιστικό επίπεδο και πως ο νεαρός διδάχτηκε στην πορεία από τον παλιότερο. Στις αδυναμίες της επιχειρηματολογίας του η απροθυμία του συγγραφέα να ταπεινώσει το ego του στο ύψος της αντικειμενικότητας και η γενίκευση σε ορισμένες περιπτώσεις που δεν την δικαιολογούν. Αμάσητο προσπαθεί να καταπιεί και έναν ξεπεσμένο δυτικό φιλελευθερισμό, και γενικά, ο λύκος κι αν εγέρασε...Στη γραφή του τέλος δεν έχει νόημα η κριτική, αφού πρόκειται ξεκάθαρα για τεχνοκρατική και όχι για λογοτεχνική προσπάθεια.

Βαθμολογία: 6,5

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ

Έχω καιρό να γράψω, το ξέρω. Φταίει που δεν έχω καιρό...Θα προσπαθήσω να επανακάμψω βέβαια σιγά σιγά τώρα που χειμωνιάζει. Κι επειδή έχω πολλά τέρμινα να μιλήσω για βιβλία, θα ξεκινήσω με τα άρθρα που έγραψα στο περιοδικό "Σκάκι για Όλους", για τα ελληνόγλωσσα και μεταφρασμένα βιβλία με σκακιστικό περιεχόμενο. Με την ευκαιρία, να ευχαριστήσω τους πολλούς γνωστούς και άγνωστους φίλους που μου έστειλαν μυθιστορήματα, μελέτες και ποίησή τους. Με τιμά ιδιαίτερα αυτή η προτίμηση και επιφυλάσσομαι να καταθέσω σύντομα την άποψή μου, όταν ολοκληρώσω την ανάγνωσή τους. Για την ώρα βολευτείτε με την κονσέρβα. Είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σας προσφέρει το φτωχικό μας.

Μέρος Πρώτο

Μη χαίρεστε πολύ! Όταν μιλάω για βιβλία δεν εννοώ αυτά που είναι γραμμένα με αλγεβρική γραφή ή άλλους σκακιστικούς συμβολισμούς. Τι; Δεν ξέρατε ότι υπάρχουν κι άλλα βιβλία εκτός από αυτά; Τώρα που το μάθατε λοιπόν θα μιλήσουμε για τα λογοτεχνικά βιβλία και δη αυτά που περιλαμβάνουν στη θεματική τους το αγαπημένο μας παιχνίδι (όχι το μπαρμπούτι παιδί μου, το άλλο!).

Παρ’ ότι και σε τούτο και σε παλιότερα περιοδικά έχουν γίνει εκτενείς ή και αποσπασματικές παρουσιάσεις, η επανάληψη, ως γνωστό, υπήρξε μητριά της μάθησης. Να ξεκαθαρίσω μόνο πως θα σχολιαστούν αποκλειστικά τα βιβλία που έχουν εκδοθεί στην Ελληνική, είτε μεταφρασμένα είτε, φυσικά, από Έλληνες συγγραφείς. Και από αυτά μόνο εκείνα τα οποία χρησιμοποιούν δομικά το σκάκι (στην πλοκή, το συμβολισμό, τη χάραξη των χαρακτήρων του έργου κτλ.) και όχι εκείνα που κάνουν μια απλή αναφορά ή μια περιστασιακή νύξη, διότι τότε δε θα έγραφα άρθρο, μα βιβλίο!


Άου! Άου! Ρουά!

Μην ανησυχείτε, δε μουρλάθηκα. Όπως θα διαπιστώσετε σύντομα, μια προθέρμανση έκανα. Όσοι πάντως δεν απορήσατε με τα αιφνίδια επιφωνήματα, να το κοιτάξετε!


Να προσθέσω μόνο πως στο τέλος των σχολίων θα βαθμολογώ το κάθε έργο σε μια κλίμακα του 10, σύμφωνα με κριτήρια πρωτίστως σκακιστικά μα και καλλιτεχνικά, τεχνικά, λογοτεχνικά και καθόλου οικονομοτεχνικά –αν και οπωσδήποτε υποκειμενικά. Κι επειδή δεν είμαι –ακόμα!- κριτικός ή ιστορικός λογοτεχνίας, οι όποιες γνώμες, διαφωνίες, διορθώσεις, επισημάνσεις ή βρισιές σας θα είναι ευπρόσδεκτες στο ιστολόγιό μου (www.konidaris.blogspot.com) ή στο «μέλι» που θα βρείτε εκεί ή στο τηλέφωνό μου που μπορείτε να ζητήσετε από τη σύνταξη (όχι του ΙΚΑ, του περιοδικού).


Α) ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

«Εκείνη τη στιγμή οι σκέψεις της διακόπηκαν από μια δυνατή κραυγή. “Αού! Αού! Ρουά!”, κι ένας Ιππότης με κόκκινη πανοπλία ήρθε καλπάζοντας προς το μέρος της κραδαίνοντας ένα μεγάλο ρόπαλο. Μόλις την έφτασε, το άλογό του σταμάτησε απότομα. “Είσαι αιχμάλωτή μου!” φώναξε ο Ιππότης κουτρουβαλώντας από το άλογο».

Αχ! Τι ωραίες μνήμες που ξυπνούν αυτές οι γραμμές του Λίουις Κάρολ. Κάπως έτσι έπαιζα κι εγώ σκάκι στην εφηβεία μου: με κουτρουβαλητά! Δεν είναι εύκολο να το ξεχάσω. Ακόμα έτσι παίζω. Το θέμα μας βέβαια είναι το εν λόγω ανάγνωσμα και η συνάφειά του με το σκάκι. Η Αλίκη μέσα από τον καθρέφτη, αποτελεί ασφαλώς το πρώτο ανάγνωσμα τέτοιου είδους για τους περισσότερους από εμάς. Στην ουσία πρόκειται για τη δεύτερη περιπέτεια της Αλίκης –αυτής της Χώρας των θαυμάτων ντε! Χιούμορ, σουρεαλισμός, γλωσσοπλαστική, σκάκι, ακόμα και φιλοσοφία ρέουν πληθωρικά σ’ αυτό το απολαυστικό ανάγνωσμα όπου η Αλίκη, ως λευκό πιόνι, γίνεται έκθαμβος μάρτυρας των περιπετειών των γκροτέσκο κομματιών μιας σκακιέρας καθώς και άλλων ανεκδιήγητων χαρακτήρων, ώσπου να φτάσει στο όγδοο τετράγωνο και να προαχθεί σε βασίλισσα!


Ο Τσαρλς Ντόγκσον (το Λιουις Κάρολ είναι το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο) έγραψε αυτό το κλασικό παραμύθι για την εντεκάχρονη ανιψιά του Άλις Λίντελ. Και φυσικά, για όλους εσάς τους μαζέττες που τόσα χρόνια, μια προαγωγή της προκοπής δεν έχετε κατορθώσει να πετύχετε!

Βαθμολογία: 9


Β) ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ

Το δεύτερο βιβλίο που κάθε σκακιστής θα πρέπει να έχει διαβάσει είναι αναμφίβολα η Σκακιστική Νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ. Πρόκειται για τη συγκλονιστική ιστορία του κυρίου Μπ., ενός ανθρώπου που μαθαίνει σκάκι από ένα βιβλίο στις φυλακές της Γκεστάπο και γίνεται μονομανής. Αργότερα αντιμετωπίζει τον Παγκόσμιο Πρωταθλητή Τσέντοβιτς και τον νικά, παρόλο που οι γιατροί του έχουν απαγορεύσει να παίζει σκάκι εξαιτίας της εμμονοληπτικής του προδιάθεσης. Αυτό φυσικά θα είναι και το τέλος της σύντομης καριέρας του.


Ένας Τσβάιχ στη θολή ωριμότητα της φλογερής του παρουσίας στα Γράμματα, λάτρης της φροϋδικής ψυχολογίας και του βασιλικού παιχνιδιού, μας δωρίζει μια νουβέλα που εμπεριέχει όλες εκείνες τις δομικές ουσίες από τις οποίες πλάθεται το κλασικό.

«Ωστόσο δεν είχα άλλη εκλογή. Αν δεν ήθελα να παραδοθώ στην ολοκληρωτική τρέλα ή στον πνευματικό μαρασμό, τότε έπρεπε να επιδοθώ σ’ αυτήν την χωρίς νόημα προσπάθεια. Οι φριχτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα, με ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσταση του Εγώ μου σε Μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά».

Το μόνο που δεν κατάλαβα από τη Νουβέλα ήταν πως ο κύριος Μπ., ξεκινώντας από το μηδέν, κατάφερε να παίζει μπλάιντ σε μια βδομάδα, να θυμάται 150 παρτίδες απ’ έξω σε ένα μήνα και στο τέλος να κοπανάει για πλάκα τον Πρωταθλητή. Ακόμα ψάχνω το βιβλιαράκι που είχε στην κατοχή του.

Βαθμολογία: 9,5



Γ) Η ΒΑΡΙΑΝΤΑ ΤΟΥ ΛΙΝΕΜΠΟΥΡΓΚ

«Μόνο τότε κατάλαβα τι εννοούσε λέγοντας ότι υπήρχε ένα τίμημα το οποίο μπορούσαμε να το χρησιμοποιήσουμε και οι δύο, μόνο τότε κατάλαβα σε τι αναφερόταν, γιατί από εκείνη τη στιγμή θα παίζαμε τη ζωή, τη ζωή που στο στρατόπεδο του Μπέργκεν Μπέλσεν άξιζε λιγότερο από ένα πφένιγκ, λιγότερο από μια χούφτα ξερά κουκιά».

Στη Βαριάντα του Λίνεμπουργκ του Ιταλού Πάολο Μαουρένσιγκ, ένας Εβραίος κρατούμενος, ο Φρις, εξαναγκάζεται να παίζει στο σκάκι εναντίον του βασανιστή του, Γερμανού αξιωματικού, τις ζωές των ανυποψίαστων και αθώων συγκρατούμενών του. Ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται το μεγάλο εύρος του δυϊκού συμβολισμού που παρέχει το σκάκι για να προκαλέσει «έλεος και φόβο» στον αναγνώστη. Αξιόλογο βιβλίο με κύριο ατού τη συναρπαστική πλοκή.

Φαίνεται πάντως πως οι μυθιστορηματικοί σκακιστές είχαν μια έφεση στο να συλλαμβάνονται από τους Ναζί. Τα πράγματα έχουν ασφαλώς αλλάξει. Για παράδειγμα σήμερα ο Κασπάροβ συλλαμβάνεται από τον Πούτιν, δεν είναι το ίδιο (ώστε στις εκλογές να μην έχει Πούτην – κεφαλή- κλίναι)!

Βαθμολογία: 7


Δ) Η ΑΜΥΝΑ ΤΟΥ ΛΟΥΖΙΝ

Η άμυνα του Λούζιν δε θα σας βοηθήσει να αντιμετωπίσετε την Αγγλική επίθεση απέναντι στη Νάιντορφ, μα σίγουρα θα σας χτυπήσει το καμπανάκι του κινδύνου. Κι αυτό γιατί το έξοχο μυθιστόρημα του Βλαδίμηρου Ναμπόκοφ (το έχω στην απολαυστική μετάφραση του Ίκαρου Μπαμπασάκη), μιλάει για έναν νεαρό που μεγαλώνει κάτω από τη σκιά ενός αποτυχημένου και καταπιεστικού πατέρα, σ’ ένα περιβάλλον πατριαρχικού καθωσπρεπισμού. Και όλοι κατανοείτε (πιθανόν αναλογιζόμενοι την περίπτωση Κάμσκι, για να μην αναφερθώ σε εγχώρια ανάλογα) τις συνέπειες που έχει κάτι τέτοιο στην εύπλαστη παιδική ψυχοσύνθεση.


Ο νεαρός Λούζιν στρέφεται στο σκάκι μόνο και μόνο για να αποφύγει να κοιτάξει κατάματα τη Μέδουσα της πραγματικότητας. Στα 64 τετράγωνα διοχετεύει όλη του την ενέργεια. Το τάλαντο που κουβαλάει τον οδηγεί στην κορυφή. Όμως η κορυφή δεν ταιριάζει σε άτομα εκκεντρικά, θλιμμένα, εσωστρεφή και υπερευαίσθητα σαν το Λούζιν. Γι’ αυτό κι ο εύθραυστος νεαρός, λίγο πριν κερδίσει την πιο κρίσιμη παρτίδα, θα αποδράσει για μια τελευταία φορά.

«Ο πόνος πέρασε αμέσως, αλλά σ’ εκείνο το φλογισμένο κενό χρόνου ο Λούζιν είχε δει κάτι αφόρητα επιβλητικό, είχε δει τον απόλυτο τρόμο των αβυσσαλέων βυθών του σκακιού. Κοίταξε τη σκακιέρα και το μυαλό του έλιωσε από μιαν άνευ προηγουμένου αίσθηση κόπωσης. Αλλά οι πεσσοί ήταν αμείλικτοι, τον κρατούσαν και τον απορροφούσαν. Ήταν ένα είδος γυμνού τρόμου αυτό, αλλά ήταν και η μοναδική αρμονία, γιατί τι άλλο υπήρχε στον κόσμο πέρα από το σκάκι;»

Οφείλω βέβαια να πω πως αν ο Ναμπόκοφ του είχε συστήσει τη «Λολίτα», ίσως να την είχε σκαπουλάρει το παλικάρι…

Βαθμολογία: 8


Ε) Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΗΣ ΦΛΑΝΔΡΑΣ

Ένα από τα λίγα λογοτεχνικά βιβλία στα οποία συναντάμε σκακιστικά διαγράμματα είναι ο Πίνακας της Φλάνδρας του αγαπημένου μου Αρτούρο Περέθ Ρεβέρτε. Ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει από σκάκι (όχι σα μερικούς- μερικούς) και στήνει μιαν ιδιοφυή αστυνομική πλοκή γύρω από την εικονιζόμενη σε έναν ζωγραφικό πίνακα, θέση σε μια σκακιέρα του 16ου αιώνα.

Η Χούλια μαζί με έναν φίλο της αντικέρ, αναγκάζονται να προσλάβουν έναν σκακιστή για να λύσουν το γρίφο της παρτίδας. Ο σκακιστής θα φανεί πολύ χρήσιμος όταν ένας άγνωστος δολοφόνος αρχίζει να σκοτώνει ανθρώπους, μιμούμενος ακριβώς τον τρόπο που κινούνται τα κομμάτια στη σκακιέρα. Δείτε την αρχική θέση : [ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ]: ΛΕΥΚΑ: Ργ4- Βε1- Πβ5-Πβ6-Αζ1-Ιβ1-Σα6,γ3,γ6,δ2,ε4,ζ2 (12) και ΜΑΥΡΑ: Ρα4-Βγ2-Πγ1-Αγ8-Ιβ8-Ιδ1-Σα5,α7,β7,δ7 (10).

Θα παρατηρήσατε το αφύσικο του στησίματος, μα απαιτείται κάποια μορφή ρετροανάλυσης και η επιστράτευση όλων των δυνατών παραλληλισμών που παρέχει το σκάκι, ώστε να ξεδιπλώσει την όμορφη ιδέα του ο Ρεβέρτε και να την κάνει εύκολα κατανοητή και στους πιο αδαείς στα του ζατρικίου (γεμάτος ο κόσμος από δαύτους ρε παιδάκι μου!).

Και για να μη σας κρατάω σε αγωνία, ο δολοφόνος είναι ο Θέσαρ!

Βαθμολογία: 8,5

Για κακή σας τύχη, συνεχίζεται...